polygamy
po
po
ly
li
li
ga
geɪ
gei
my
mi
mi
polysomypolysemy

Ορισμός και σημασία του "polygamy"στα αγγλικά

01

πολυγαμία

the practice of having multiple spouses simultaneously 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store