polygamy
Pronunciation
/pəˈɫɪɡəˌmi/

Ορισμός και σημασία του "polygamy"στα αγγλικά

01

πολυγαμία

the practice of having multiple spouses simultaneously
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store