Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pollute
01
μολύνω, ρυπαίνω
to damage the environment by releasing harmful chemicals or substances to the air, water, or land
Transitive: to pollute the environment
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pollute
γ΄ ενικό πρόσωπο
pollutes
ενεστώτα μετοχή
polluting
απλός αόριστος
polluted
παθητική μετοχή
polluted
Παραδείγματα
Oil spills from tankers polluted oceans until preventative measures were put in place.
Οι πετρελαιοκηλίδες από τα δεξαμενόπλοια μόλυναν τους ωκεανούς μέχρι να τεθούν προληπτικά μέτρα.
Λεξικό Δέντρο
polluted
polluter
pollution
pollute



























