pointed
poin
ˈpɔɪn
poyn
ted
tɪd
tid
painted

Ορισμός και σημασία του "pointed"στα αγγλικά

01

μυτερός, κοφτερός

having an end or tip that is sharp 
pointed definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pointed
συγκριτικός βαθμός
more pointed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The porcupine's quills are pointed, serving as a defense mechanism against predators. 

Οι αγκάθες του σκαντζόχοιρου είναι μυτερές, λειτουργώντας ως μηχανισμός άμυνας ενάντια σε θηρευτές.

02

αιχμηρός, στοχευμένος

direct and clear in meaning or reference, often with a sharp or critical tone 
pointed definition and meaning
Παραδείγματα
She made a pointed remark about his lateness. 

Έκανε μια αιχμηρή παρατήρηση για την καθυστέρησή του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store