Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pointed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pointed
συγκριτικός βαθμός
more pointed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The arrowhead was pointed, designed for accuracy and penetration.
Η αιχμή του βέλους ήταν μυτερή, σχεδιασμένη για ακρίβεια και διείσδυση.
02
αιχμηρός, στοχευμένος
direct and clear in meaning or reference, often with a sharp or critical tone
Παραδείγματα
He delivered a pointed question during the meeting.
Έκανε μια ευθεία ερώτηση κατά τη διάρκεια της συνάντησης.
Λεξικό Δέντρο
pointedly
pointedness
unpointed
pointed
point



























