Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pointed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pointed
συγκριτικός βαθμός
more pointed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The porcupine's quills are pointed, serving as a defense mechanism against predators.
Οι αγκάθες του σκαντζόχοιρου είναι μυτερές, λειτουργώντας ως μηχανισμός άμυνας ενάντια σε θηρευτές.
02
αιχμηρός, στοχευμένος
direct and clear in meaning or reference, often with a sharp or critical tone
Παραδείγματα
She made a pointed remark about his lateness.
Έκανε μια αιχμηρή παρατήρηση για την καθυστέρησή του.
Λεξικό Δέντρο
pointedly
pointedness
unpointed
pointed
point



























