Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to point out
01
δείχνω, επισημαίνω
to show something to someone by pointing one's finger toward it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
point
ενεστώτας
point out
γ΄ ενικό πρόσωπο
points out
ενεστώτα μετοχή
pointing out
απλός αόριστος
pointed out
παθητική μετοχή
pointed out
Παραδείγματα
He pointed out the star constellation to his children.
Έδειξε τον αστερισμό στα παιδιά του.
02
επισημαίνω, δείχνω
to show or mention something to someone and give them enough information to take notice
Παραδείγματα
She pointed out the flaws in the plan during the meeting.
Εκείνη επισήμανε τα ελαττώματα του σχεδίου κατά τη διάρκεια της συνάντησης.
03
επισημαίνω, τονίζω
to present and emphasize reasons against a particular idea or suggestion
Παραδείγματα
During the debate, she pointed out the inconsistencies in her opponent's argument.
Κατά τη διάρκεια της συζήτησης, επισήμανε τις ασυνέπειες στο επιχείρημα του αντιπάλου της.



























