Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Poinsettia
01
ποινσέτεια, αστέρι των Χριστουγέννων
tropical American plant having poisonous milk and showy tapering usually scarlet petallike leaves surrounding small yellow flowers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
poinsettias



























