pneumatic
Pronunciation
/nuˈmætɪk/

Ορισμός και σημασία του "pneumatic"στα αγγλικά

01

πνευματικός, με χρήση συμπιεσμένου αέρα

relating to, containing, or using compressed air or gas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store