Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to plunk
01
τραβώ ελαφρά αλλά απότομα με μια κίνηση τσίμπημα, τσιμπώ ελαφρά αλλά απότομα
pull lightly but sharply with a plucking motion
02
τοποθετώ (κάτι ή τον εαυτό μου) με ή σαν με θόρυβο, καταθέτω (κάτι ή τον εαυτό μου) θορυβωδώς
set (something or oneself) down with or as if with a noise
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
plunk
γ΄ ενικό πρόσωπο
plunks
ενεστώτα μετοχή
plunking
απλός αόριστος
plunked
παθητική μετοχή
plunked
03
κάνω έναν ήχο σαν των οπλών ενός αλόγου, κινούμαι με έναν ήχο οπλών
make or move along with a sound as of a horse's hooves striking the ground
04
πέφτω απότομα, καταρρέω
drop steeply
Plunk
01
πλανκ (χτύπημα στο μπέιζμπολ που κάνει την μπάλα να πέσει ξαφνικά), αμβλύ χτύπημα (στο μπέιζμπολ)
(baseball) hitting a baseball so that it drops suddenly
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
plunks
02
ένας κούφος ηχηρός ήχος, ένας κούφος κουδουνιστός ήχος
a hollow twanging sound
plunk
01
με έναν κοντό κούφιο ήχο, με έναν κοντό κουφό κτύπο
with a short hollow thud
γραμματικές πληροφορίες
Λεξικό Δέντρο
plunker
plunk



























