plunk
plunk
plənk
πλανκ
/plˈʌŋk/

Ορισμός και σημασία του "plunk"στα αγγλικά

to plunk
01

τραβώ ελαφρά αλλά απότομα με μια κίνηση τσίμπημα, τσιμπώ ελαφρά αλλά απότομα

pull lightly but sharply with a plucking motion
to plunk definition and meaning
02

τοποθετώ (κάτι ή τον εαυτό μου) με ή σαν με θόρυβο, καταθέτω (κάτι ή τον εαυτό μου) θορυβωδώς

set (something or oneself) down with or as if with a noise
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
plunk
γ΄ ενικό πρόσωπο
plunks
ενεστώτα μετοχή
plunking
απλός αόριστος
plunked
παθητική μετοχή
plunked
03

κάνω έναν ήχο σαν των οπλών ενός αλόγου, κινούμαι με έναν ήχο οπλών

make or move along with a sound as of a horse's hooves striking the ground
04

πέφτω απότομα, καταρρέω

drop steeply
01

πλανκ (χτύπημα στο μπέιζμπολ που κάνει την μπάλα να πέσει ξαφνικά), αμβλύ χτύπημα (στο μπέιζμπολ)

(baseball) hitting a baseball so that it drops suddenly
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
plunks
02

ένας κούφος ηχηρός ήχος, ένας κούφος κουδουνιστός ήχος

a hollow twanging sound
01

με έναν κοντό κούφιο ήχο, με έναν κοντό κουφό κτύπο

with a short hollow thud
γραμματικές πληροφορίες
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store