Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to plummet
01
καταρρέω, πέφτω απότομα
to fall to the ground rapidly
Intransitive
Παραδείγματα
The malfunctioning drone lost altitude rapidly, causing it to plummet and crash into the ground.
Το ελαττωματικό drone έχασε γρήγορα υψόμετρο, προκαλώντας το να καταπέσει και να συντριβεί στο έδαφος.
02
κατρακυλώ, πέφτω απότομα
to decline in amount or value in a sudden and rapid way
Intransitive
Παραδείγματα
Political instability in the region caused tourism to plummet, affecting the hospitality industry.
Η πολιτική αστάθεια στην περιοχή προκάλεσε κατάρρευση του τουρισμού, επηρεάζοντας τη βιομηχανία φιλοξενίας.
Plummet
01
το μεταλλικό βάρος μιας γραμμής βάρους, το βάρος μιας γραμμής βάρους
the metal bob of a plumb line



























