Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to backtrack
01
επιστρέφω από τον ίδιο δρόμο, ακολουθώ την ίδια διαδρομή προς τα πίσω
to go back along the same path or route that one has previously taken
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
backtrack
γ΄ ενικό πρόσωπο
backtracks
ενεστώτα μετοχή
backtracking
απλός αόριστος
backtracked
παθητική μετοχή
backtracked
Παραδείγματα
Realizing they had missed a turn, the hikers had to backtrack along the trail to find the right path.
Συνειδητοποιώντας ότι είχαν χάσει μια στροφή, οι πεζοπόροι έπρεπε να γυρίσουν πίσω κατά μήκος του μονοπατιού για να βρουν το σωστό δρόμο.
02
ανακαλώ, υποχωρώ
to change one's opinion, or retract one's statement due to being under pressure
Transitive: to backtrack on a decision
Intransitive
Παραδείγματα
Under scrutiny from the press, the politician had to backtrack on his statement.
Υπό την επίβλεψη του τύπου, ο πολιτικός αναγκάστηκε να ανακαλέσει τη δήλωσή του.
Λεξικό Δέντρο
backtrack
back
track



























