plowman
plow
ˈplaʊ
plaw
man
mæn
mān
cowmanploughman

Ορισμός και σημασία του "plowman"στα αγγλικά

01

αροτριώτης, γεωργός

a man who prepares fields for planting by turning over the soil 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
plowmen
αρσενικό ενικό
plowman
θηλυκό ενικό
plowwoman
neutral form
plower
Παραδείγματα
The plowman started work early in the morning. 

Ο αροτριώτης ξεκίνησε τη δουλειά νωρίς το πρωί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store