Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to plow
01
οργώνω, καλλιεργώ τη γη
to use a large farming equipment to dig the ground and make it ready for farming
Transitive: to plow the ground
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
plow
γ΄ ενικό πρόσωπο
plows
ενεστώτα μετοχή
plowing
απλός αόριστος
plowed
παθητική μετοχή
plowed
Παραδείγματα
The farmer plows the field in the spring to prepare for planting crops.
Ο αγρότης οργώνει το χωράφι την άνοιξη για να προετοιμαστεί για τη φύτεξη καλλιεργειών.
02
οργώνω, εργάζομαι
act on verbally or in some form of artistic expression
03
οργώνω, προχωρώ με αποφασιστικότητα
to move forward with great effort or determination, often overcoming difficulties or resistance
Intransitive
Παραδείγματα
He plowed through the dense crowd to reach the stage.
Διέσχισε το πυκνό πλήθος για να φτάσει στη σκηνή.
04
γαμάω, πηγαίνω
to sexually penetrate someone vigorously and repeatedly
Dialect
American
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
He plowed her for over an hour without stopping.
Την όργωσε για πάνω από μια ώρα χωρίς να σταματήσει.
Plow
01
άροτρο, αλέτρι
a large farm tool with heavy blades used to turn over soil and prepare it for sowing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
plows
Παραδείγματα
The farmer used a horse-drawn plow to till the soil before planting the crops.
Ο αγρότης χρησιμοποίησε ένα άροτρο που τραβιόταν από άλογα για να οργώσει το έδαφος πριν φυτέψει τις καλλιέργειες.
Λεξικό Δέντρο
plowed
plower
plowing
plow



























