Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
plodding
01
αργή και επίπονη, επίπονη
moving or progressing slowly and with great effort
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most plodding
συγκριτικός βαθμός
more plodding
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
We observed the plodding march of the elderly hikers as they navigated the steep mountain trail.
Παρατηρήσαμε την αργή πορεία των ηλικιωμένων πεζοπόρων καθώς διέσχιζαν το απότομο βουνό μονοπάτι.
Plodding
01
βαρετή δουλειά, μονοτονική ρουτίνα
tedious, repetitive work
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He spent the afternoon finishing the plodding of paperwork.
Πέρασε το απόγευμα τελειώνοντας τη βαρετή δουλειά των χαρτιών.
02
βαρύς βηματισμός, αργή πρόοδος
slow and heavy walking or movement
Παραδείγματα
The hiker's plodding up the hill showed his exhaustion.
Το αργό και βαρύ περπάτημα του πεζοπόρου ανεβαίνοντας τον λόφο έδειχνε την εξάντλησή του.



























