Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
plodding
01
αργή και επίπονη, επίπονη
moving or progressing slowly and with great effort
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most plodding
συγκριτικός βαθμός
more plodding
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
In the rural area, technology's plodding advancement lagged behind urban developments.
Στις αγροτικές περιοχές, η αργή πρόοδος της τεχνολογίας υστέρησε σε σχέση με τις αστικές εξελίξεις.
Plodding
01
βαρετή δουλειά, μονοτονική ρουτίνα
tedious, repetitive work
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The team endured the plodding required to prepare the annual report.
Η ομάδα αντέκστησε την κουραστική εργασία που απαιτήθηκε για την προετοιμασία της ετήσιας έκθεσης.
02
βαρύς βηματισμός, αργή πρόοδος
slow and heavy walking or movement
Παραδείγματα
The children 's plodding along the path hinted at boredom.
Το αργό βάδισμα των παιδιών στο μονοπάτι υπέδειξε βαρεμάρα.
Λεξικό Δέντρο
ploddingly
plodding
plod



























