plodding
plo
ˈplɒ
plo
dding
dɪng
ding
pleading

Ορισμός και σημασία του "plodding"στα αγγλικά

01

αργή και επίπονη, επίπονη

moving or progressing slowly and with great effort 
plodding definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most plodding
συγκριτικός βαθμός
more plodding
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
We observed the plodding march of the elderly hikers as they navigated the steep mountain trail. 

Παρατηρήσαμε την αργή πορεία των ηλικιωμένων πεζοπόρων καθώς διέσχιζαν το απότομο βουνό μονοπάτι.

01

βαρετή δουλειά, μονοτονική ρουτίνα

tedious, repetitive work 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He spent the afternoon finishing the plodding of paperwork. 

Πέρασε το απόγευμα τελειώνοντας τη βαρετή δουλειά των χαρτιών.

02

βαρύς βηματισμός, αργή πρόοδος

slow and heavy walking or movement 
Παραδείγματα
The hiker's plodding up the hill showed his exhaustion. 

Το αργό και βαρύ περπάτημα του πεζοπόρου ανεβαίνοντας τον λόφο έδειχνε την εξάντλησή του.

Λεξικό Δέντρο

ploddingly
plodding
plod
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store