Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to plonk
01
αφήνω βαρύτητα, τοποθετώ απρόσεκτα
to drop or place something heavily and without much care
Transitive: to plonk sth somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
plonk
γ΄ ενικό πρόσωπο
plonks
ενεστώτα μετοχή
plonking
απλός αόριστος
plonked
παθητική μετοχή
plonked
Παραδείγματα
He plonked the toolbox on the garage floor before starting to work on the repairs.
Έριξε το κουτί εργαλείων στο πάτωμα του γκαράζ πριν αρχίσει τις επισκευές.
Plonk
01
πλαφ, βουτιά
the noise of something dropping (as into liquid)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
plonks
02
φτηνό κρασί, κακής ποιότητας κρασί
a slang term used to describe cheap, low-quality wine that is considered to be of inferior taste and quality



























