to plonk
plonk
plɑ:nk
plaank
pronkplunkplank

Ορισμός και σημασία του "plonk"στα αγγλικά

to plonk
01

αφήνω βαρύτητα, τοποθετώ απρόσεκτα

to drop or place something heavily and without much care 
Transitive: to plonk sth somewhere
to plonk definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
plonk
γ΄ ενικό πρόσωπο
plonks
ενεστώτα μετοχή
plonking
απλός αόριστος
plonked
παθητική μετοχή
plonked
Παραδείγματα
She plonked the bags of groceries on the kitchen counter after a long day of shopping. 

Έβαλε τις τσάντες με τα ψώνια στον πάγκο της κουζίνας μετά από μια μεγάλη μέρα αγορών.

01

πλαφ, βουτιά

the noise of something dropping (as into liquid) 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
plonks
02

φτηνό κρασί, κακής ποιότητας κρασί

a slang term used to describe cheap, low-quality wine that is considered to be of inferior taste and quality 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

plonker
plonk
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store