plodder
plo
ˈplɒ
plo
dder
da
da
pleader

Ορισμός και σημασία του "plodder"στα αγγλικά

01

βραδύς, βαρύς και αργός

something or someone that moves slowly and heavily, often with a monotonous and unenergetic pace 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
plodders
Παραδείγματα
The old horse was a plodder, but it never failed to get the job done. 

Το γέρο άλογο ήταν ένα βραδυκίνητο, αλλά ποτέ δεν απέτυχε να ολοκληρώσει τη δουλειά.

02

αργός εργάτης, μονότονος εργάτης

someone who works slowly and monotonously for long hours 
03

βαρύποδος, αργός

someone who walks in a laborious heavy-footed manner 

Λεξικό Δέντρο

plodder
plod
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store