Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Plodder
01
βραδύς, βαρύς και αργός
something or someone that moves slowly and heavily, often with a monotonous and unenergetic pace
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
plodders
Παραδείγματα
The old horse was a plodder, but it never failed to get the job done.
Το γέρο άλογο ήταν ένα βραδυκίνητο, αλλά ποτέ δεν απέτυχε να ολοκληρώσει τη δουλειά.
02
αργός εργάτης, μονότονος εργάτης
someone who works slowly and monotonously for long hours
03
βαρύποδος, αργός
someone who walks in a laborious heavy-footed manner
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
plodder
plod



























