plod
plod
plɑd
πλαντ
/plˈɒd/

Ορισμός και σημασία του "plod"στα αγγλικά

to plod
01

περπατώ βαρύτερα, προχωρώ με δυσκολία

to walk heavily and laboriously, typically with a slow and monotonous pace
Intransitive: to plod | to plod somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
plod
γ΄ ενικό πρόσωπο
plods
ενεστώτα μετοχή
plodding
απλός αόριστος
plodded
παθητική μετοχή
plodded
Παραδείγματα
Wearing heavy armor, the knight had to plod across the battlefield.
Φορώντας βαριά πανοπλία, ο ιππότης έπρεπε να προχωρήσει με κόπο στο πεδίο της μάχης.
01

το βαρύ βάδισμα, το αργό βάδισμα

the act of walking with a slow heavy gait
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο

Λεξικό Δέντρο

plodder
plodding
plodding
plod
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store