Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to plod
01
περπατώ βαρύτερα, προχωρώ με δυσκολία
to walk heavily and laboriously, typically with a slow and monotonous pace
Intransitive: to plod | to plod somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
plod
γ΄ ενικό πρόσωπο
plods
ενεστώτα μετοχή
plodding
απλός αόριστος
plodded
παθητική μετοχή
plodded
Παραδείγματα
The tired hiker had to plod through the thick mud on the trail.
Ο κουρασμένος πεζοπόρος έπρεπε να προχωρήσει με δυσκολία μέσα από τον παχύ λάσπη στο μονοπάτι.
Plod
01
το βαρύ βάδισμα, το αργό βάδισμα
the act of walking with a slow heavy gait
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
plods
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
plodder
plodding
plodding
plod



























