Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to backslide
01
υποτροπιάζω, οπισθοδρομώ
to return to worse behavior, habits, or moral standards after having improved
Intransitive: to backslide | to backslide into a previous condition
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
backslide
γ΄ ενικό πρόσωπο
backslides
ενεστώτα μετοχή
backsliding
απλός αόριστος
backslid
παθητική μετοχή
backslid
Παραδείγματα
The community leader urged people not to backslide into violence.
Ο ηγέτης της κοινότητας προέτρεψε τους ανθρώπους να μην οπισθοδρομήσουν στη βία.
Λεξικό Δέντρο
backslider
backsliding
backslide
back
slide



























