Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to backslide
01
υποτροπιάζω, οπισθοδρομώ
to return to worse behavior, habits, or moral standards after having improved
Intransitive: to backslide | to backslide into a previous condition
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
backslide
γ΄ ενικό πρόσωπο
backslides
ενεστώτα μετοχή
backsliding
απλός αόριστος
backslid
παθητική μετοχή
backslid
Παραδείγματα
After months of sobriety, he began to backslide into drinking again.
Μετά από μήνες νηφαλιότητας, άρχισε να οπισθοδρομεί στο πόσιμο ξανά.
Λεξικό Δέντρο
backslider
backsliding
backslide
back
slide



























