Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Backspace
01
(in a computer, phone, etc.) a key on the keyboard used to erase the last letter or go backward
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
backspaces
Παραδείγματα
She pressed backspace to delete the typo in her document.
to backspace
01
διαγραφή, πίσω
hit the backspace key on a computer or typewriter keyboard
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
backspace
γ΄ ενικό πρόσωπο
backspaces
ενεστώτα μετοχή
backspacing
απλός αόριστος
backspaced
παθητική μετοχή
backspaced
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
backspace
back
space



























