to backpedal
Pronunciation
/ˈbækˌpɛdəɫ/

Ορισμός και σημασία του "backpedal"στα αγγλικά

to backpedal
01

υποχωρώ, ανακτώ τα λόγια μου

to withdraw or reverse a previously stated opinion to avoid criticism or controversy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
backpedal
γ΄ ενικό πρόσωπο
backpedals
ενεστώτα μετοχή
backpedaling
απλός αόριστος
backpedaled
παθητική μετοχή
backpedaled
Παραδείγματα
The spokesperson backpedaled on the statement after realizing it was factually incorrect.
Ο εκπρόσωπος υποχώρησε από τη δήλωση αφού συνειδητοποίησε ότι ήταν γεγοντολογικά λανθασμένη.
02

πετάλι προς τα πίσω, κάνω πετάλι ανάποδα

pedal backwards on a bicycle
03

οπισθοχωρώ, κάνω βήμα πίσω

step backwards, in boxing
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store