Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to backpedal
01
υποχωρώ, ανακτώ τα λόγια μου
to withdraw or reverse a previously stated opinion to avoid criticism or controversy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
backpedal
γ΄ ενικό πρόσωπο
backpedals
ενεστώτα μετοχή
backpedaling
απλός αόριστος
backpedaled
παθητική μετοχή
backpedaled
Παραδείγματα
The spokesperson backpedaled on the statement after realizing it was factually incorrect.
Ο εκπρόσωπος υποχώρησε από τη δήλωση αφού συνειδητοποίησε ότι ήταν γεγοντολογικά λανθασμένη.
02
πετάλι προς τα πίσω, κάνω πετάλι ανάποδα
pedal backwards on a bicycle
03
οπισθοχωρώ, κάνω βήμα πίσω
step backwards, in boxing
Λεξικό Δέντρο
backpedal
back
pedal



























