Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pleading
01
υπομνημα, απάντηση
a formal written statement submitted in a court case that defines the arguments and defenses of the party involved
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pleadings
Παραδείγματα
In civil cases, each party’s pleading outlines their claims and defenses in the dispute.
Στις αστικές υποθέσεις, η αίτηση κάθε μέρους περιγράφει τα αιτήματα και τις άμυνές τους στη διαμάχη.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
pleadingly
pleading
plead



























