Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Playing
01
το παίξιμο, η εκτέλεση
the action of making music by using an instrument
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
playings
Παραδείγματα
His playing of the piano was mesmerizing.
Το παίξιμο του πιάνου ήταν μαγευτικό.
02
παίξιμο, εκτέλεση
the performance of a part or role in a drama
03
παίζω
the action of engaging in a game, sport, or other fun activity
Λεξικό Δέντρο
playing
play



























