Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Plait
01
πλεξούδα, κοτσίδα
a long piece of hair formed by three parts twisted over each other
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
plaits
Παραδείγματα
She secured the plait with a simple elastic band.
Στερέωσε την πλεξούδα με ένα απλό ελαστικό κομμάτι.
02
πτυχή, πλισέ
any of various types of fold formed by doubling fabric back upon itself and then pressing or stitching into shape
to plait
01
πλέκω, πλεξίδω
to twist two or three strands of hair in a way that forms a single intertwined piece
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
plait
γ΄ ενικό πρόσωπο
plaits
ενεστώτα μετοχή
plaiting
απλός αόριστος
plaited
παθητική μετοχή
plaited
02
πλέκω, διαπλέκω
make by braiding or interlacing



























