Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to placate
01
κατευνάζω, ηρεμώ
to put a stop to someone's feelings of anger
Transitive: to placate a person or their anger
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
placate
γ΄ ενικό πρόσωπο
placates
ενεστώτα μετοχή
placating
απλός αόριστος
placated
παθητική μετοχή
placated
Παραδείγματα
He offered an apology to placate his upset coworker.
Προσέφερε μια συγγνώμη για να κατευνάσει τον θυμωμένο συνάδελφό του.
Λεξικό Δέντρο
placating
placation
placate



























