placate
pla
ˈpleɪ
πλει
cate
keɪt
κειτ
/plɐkˈe‍ɪt/

Ορισμός και σημασία του "placate"στα αγγλικά

to placate
01

κατευνάζω, ηρεμώ

to put a stop to someone's feelings of anger
Transitive: to placate a person or their anger
to placate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
placate
γ΄ ενικό πρόσωπο
placates
ενεστώτα μετοχή
placating
απλός αόριστος
placated
παθητική μετοχή
placated
Παραδείγματα
The company placated the unhappy customer by offering a refund.
Η εταιρεία καθησύχασε τον δυσαρεστημένο πελάτη προσφέροντας επιστροφή χρημάτων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store