Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to placate
01
κατευνάζω, ηρεμώ
to put a stop to someone's feelings of anger
Transitive: to placate a person or their anger
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
placate
γ΄ ενικό πρόσωπο
placates
ενεστώτα μετοχή
placating
απλός αόριστος
placated
παθητική μετοχή
placated
Παραδείγματα
The company placated the unhappy customer by offering a refund.
Η εταιρεία καθησύχασε τον δυσαρεστημένο πελάτη προσφέροντας επιστροφή χρημάτων.
Λεξικό Δέντρο
placating
placation
placate



























