pizzicato
pizzicato
pɪtsɪkɑ:təʊ
pitsikaatew

Ορισμός και σημασία του "pizzicato"στα αγγλικά

01

πτσιτσικάτο, νότα που παίζεται πτσιτσικάτο

a note or passage that is played pizzicato 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pizzicatos
01

πιτσικάτο

with a light plucking staccato sound 
γραμματικές πληροφορίες
01

πιστικάτο, τσιμπημένο

(of instruments in the violin family) to be plucked with the finger 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store