Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pitiful
01
οικτρός, άθλιος
bad; unfortunate
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pitiful
συγκριτικός βαθμός
more pitiful
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, evaluation, situation
02
αξιολύπητος, θλιβερός
deserving of sympathy or disappointment due to being in a poor and unsatisfactory condition
Παραδείγματα
The stray dog's pitiful condition broke my heart.
Η οικτρή κατάσταση του αδέσποτου σκύλου μου έσπασε την καρδιά.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
pitifully
pitiful
pity



























