Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pitiful
01
οικτρός, άθλιος
bad; unfortunate
02
αξιολύπητος, θλιβερός
deserving of sympathy or disappointment due to being in a poor and unsatisfactory condition
Παραδείγματα
The house was in a pitiful condition, with broken windows and overgrown weeds everywhere.
Το σπίτι ήταν σε οικτρή κατάσταση, με σπασμένα παράθυρα και αγριόχορτα παντού.
Λεξικό Δέντρο
pitifully
pitiful
pity



























