pitiful
pi
ˈpɪ
πι
ti
τα
ful
fəl
φαλ
/pˈɪtifə‍l/

Ορισμός και σημασία του "pitiful"στα αγγλικά

01

οικτρός, άθλιος

bad; unfortunate
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pitiful
συγκριτικός βαθμός
more pitiful
διαβαθμίσιμο
02

αξιολύπητος, θλιβερός

deserving of sympathy or disappointment due to being in a poor and unsatisfactory condition
Παραδείγματα
The house was in a pitiful condition, with broken windows and overgrown weeds everywhere.
Το σπίτι ήταν σε οικτρή κατάσταση, με σπασμένα παράθυρα και αγριόχορτα παντού.

Λεξικό Δέντρο

pitifully
pitiful
pity
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store