pitiable
pi
ˈpɪ
πι
tia
tiə
τια
ble
bəl
μπαλ

Ορισμός και σημασία του "pitiable"στα αγγλικά

01

οικτρός, θλιβερός

so poor that one can be sorry for 
pitiable definition and meaning
02

οικτρός, αξιολύπητος

making one feel sorry for someone or something that seems unworthy of respect or consideration 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pitiable
συγκριτικός βαθμός
more pitiable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, evaluation, condition

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

pitiably
pitiable
pity
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store