piquant
pi
ˈpi
πι
quant
kənt
καντ
/pˈiːkənt/

Ορισμός και σημασία του "piquant"στα αγγλικά

01

πικάντικος, αλμυρός

having a pleasantly sharp or spicy taste
piquant definition and meaning
Παραδείγματα
The dish had a piquant kick from the addition of fresh ginger and a dash of chili flakes.
Το πιάτο είχε μια πικάντικη γεύση χάρη στην προσθήκη φρέσκου τζίντζερ και μιας πρέζας νιφάδες τσίλι.
02

πικάντικος, διεγερτικός

engagingly stimulating or interesting
Παραδείγματα
His piquant sense of humor always brings a fresh perspective to conversations.
Η πικάντικη αίσθηση του χιούμορ του φέρνει πάντα μια φρέσκια προοπτική στις συζητήσεις.

Λεξικό Δέντρο

piquantly
piquant
pique
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store