pipistrelle
pi
ˈpɪ
pi
pist
pɪst
pist
relle
rɛl
rel
pipistrel

Ορισμός και σημασία του "pipistrelle"στα αγγλικά

01

νυχτερίδα πιπιστρέλα, μικρή εντομοφάγα νυχτερίδα

a small insectivorous bat known for its agile flight, echolocation hunting abilities, and diverse diet 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pipistrelles
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store