Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pipette
01
πιπέτα, σταγονόμετρο
a laboratory tool used to measure and transfer small volumes of liquid
Παραδείγματα
The laboratory protocol required the use of a graduated pipette to measure precise volumes of the solution.
Το πρωτόκολλο του εργαστηρίου απαιτούσε τη χρήση μιας βαθμονομημένης πιπέτας για τη μέτρηση ακριβών όγκων του διαλύματος.



























