pipette
pi
πι
pette
ˈpɛt
πετ
burettecurettequintetwynette
pipet

Ορισμός και σημασία του "pipette"στα αγγλικά

01

πιπέτα, σταγονόμετρο

a laboratory tool used to measure and transfer small volumes of liquid 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pipettes
Παραδείγματα
She carefully calibrated the pipette before transferring the sample into the test tube. 

Προσεκτικά βαθμονόμησε την πιπέτα πριν μεταφέρει το δείγμα στο δοκιμαστικό σωλήνα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store