Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pine
01
πεύκο, έλατο
a type of evergreen tree that grows in forests with needle-like leaves
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pines
Παραδείγματα
The pine forest was filled with the fresh, crisp scent of pine needles, creating a serene atmosphere.
Το δάσος από πεύκα ήταν γεμάτο με τη φρέσκια, τραγανή μυρωδιά των πευκοβελόνων, δημιουργώντας μια γαλήνια ατμόσφαιρα.
02
πεύκο, ξύλο πεύκου
the wood of pine trees, typically straight-grained, durable, and often resinous, ranging from white to yellowish, used in construction, furniture, and other applications
Παραδείγματα
The floorboards were made from pine.
Τα σανίδια του δαπέδου ήταν κατασκευασμένα από πεύκο.
to pine
01
λαχταρώ, ποθώ
to strongly desire something or someone, especially when they are absent
Intransitive: to pine for sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
pine
γ΄ ενικό πρόσωπο
pines
ενεστώτα μετοχή
pining
απλός αόριστος
pined
παθητική μετοχή
pined
Παραδείγματα
They pined for the carefree days of their youth.
Λαχτάριζαν** για τις αβίαστες μέρες της νεότητάς τους.
Λεξικό Δέντρο
piney
pine



























