pimply
pimp
ˈpɪmp
pimp
ly
li
li
simplylimply

Ορισμός και σημασία του "pimply"στα αγγλικά

01

σπυρωτός, ακνεϊκός

(of skin) covered in small red lumps, called pimples 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
pimpliest
συγκριτικός βαθμός
pimplier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The teenager felt embarrassed about his pimply complexion during the school dance. 

Ο έφηβος αισθάνθηκε ντροπή για το σπυριάρα δέρμα του κατά τη σχολική χοροεσπερίδα.

Λεξικό Δέντρο

pimply
pimple
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store