pile
pile
paɪl
pail
milefiletilebile

Ορισμός και σημασία του "pile"στα αγγλικά

01

σωρός, στοίβα

a number of objects placed one on top of the other 
pile definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
piles
Παραδείγματα
He stacked a pile of books on the table. 

Στοίβαξε μια στοίβα από βιβλία στο τραπέζι.

02

σωρός, βουνό

a noticeably huge number or amount of a particular thing 
pile definition and meaning
Παραδείγματα
The team had a pile of work to finish before the deadline. 

Η ομάδα είχε ένα σωρό δουλειά να ολοκληρώσει πριν από την προθεσμία.

03

μια περιουσία, ένα σωρό χρήματα

a substantial amount of money 
Παραδείγματα
The actor earned a pile from the blockbuster movie. 

Ο ηθοποιός κέρδισε ένα σωρό από την ταινία blockbuster.

04

κτίριο, εντυπωσιακό οικοδόμημα

a large or impressive building 
Παραδείγματα
They live in a huge pile on the outskirts of town. 

Ζουν σε ένα τεράστιο κτίριο στα προάστια της πόλης.

05

πυρηνικός αντιδραστήρας, ατομικός αντιδραστήρας

atomic or chain reactor for nuclear energy production 
Παραδείγματα
The first atomic pile was built under strict supervision. 

Ο πρώτος πυρηνικός αντιδραστήρας κατασκευάστηκε υπό αυστηρή επίβλεψη.

06

μπαταρία, στοίβα Volta

a battery made of voltaic cells connected in series 
Παραδείγματα
Volta's pile was a major breakthrough in electricity. 

Η μπαταρία του Βόλτα ήταν μια σημαντική ανακάλυψη στην ηλεκτρική ενέργεια.

07

χνούδι, τρίχα

raised fibers forming a texture 
Παραδείγματα
The velvet jacket has a soft pile. 

Το βελούδινο σακάκι έχει ένα μαλακό χνούδι.

08

πασσάλος, πασσάλος θεμελίωσης

foundation support driven into soil 
Παραδείγματα
The bridge rests on dozens of steel piles. 

Η γέφυρα στηρίζεται σε δεκάδες χαλύβδινους πασσάλους.

09

τρίχωμα, μαλλιά

fine, soft, dense hair of cattle, deer, sheep, or certain dogs 
Παραδείγματα
The deer's winter pile is very soft. 

Το χειμερινό τρίχωμα του ελαφιού είναι πολύ μαλακό.

to pile
01

σωρεύω, στοιβάζω

to lay things on top of each other 
Transitive: to pile sth
to pile definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pile
γ΄ ενικό πρόσωπο
piles
ενεστώτα μετοχή
piling
απλός αόριστος
piled
παθητική μετοχή
piled
Παραδείγματα
The librarian piled books on the table as she sorted them into different categories. 

Η βιβλιοθηκάριος σωρόθηκε τα βιβλία στο τραπέζι καθώς τα ταξινόμησε σε διαφορετικές κατηγορίες.

02

συρρέω, μαζεύομαι

to crowd or push forward together in a large group 
Intransitive: to pile somewhere
Παραδείγματα
Fans piled into the stadium as soon as the gates opened. 

Οι φίλαθλοι συρρέουν στο γήπεδο μόλις ανοίξουν οι πύλες.

03

σωρεύω, στοιβάζω

to gather or build up into a heap or stack 
Intransitive
Παραδείγματα
Books piled on the desk as he worked on his project. 

Τα βιβλία σωρεύονταν στο γραφείο καθώς εργαζόταν στο έργο του.

Λεξικό Δέντρο

pilosity
pile
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store