pigeonhole
pi
ˈpɪ
pi
geon
ʤɪn
jin
hole
həʊl
hewl

Ορισμός και σημασία του "pigeonhole"στα αγγλικά

01

θυρίδα, κουτάκι

a small compartment or niche used for sorting or storing items 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pigeonholes
Παραδείγματα
The mailroom had individual pigeonholes for each employee to receive their correspondence. 

Το δωμάτιο ταχυδρομείων είχε ατομικά ταχυδρομικά κουτιά για κάθε εργαζόμενο να λαμβάνει την αλληλογραφία του.

02

θυλάκιο, κατηγορία

a specific (often simplistic) category 
to pigeonhole
01

επισημαίνω, ταξινομώ

treat or classify according to a mental stereotype 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pigeonhole
γ΄ ενικό πρόσωπο
pigeonholes
ενεστώτα μετοχή
pigeonholing
απλός αόριστος
pigeonholed
παθητική μετοχή
pigeonholed
02

ταξινομώ, τοποθετώ σε ένα μικρό διαμέρισμα

place into a small compartment 

Λεξικό Δέντρο

pigeonhole

pigeon

+

hole

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store