Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pigeonhole
01
θυρίδα, κουτάκι
a small compartment or niche used for sorting or storing items
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pigeonholes
Παραδείγματα
The office manager installed a wall-mounted pigeonhole organizer to sort incoming and outgoing documents.
Ο διευθυντής του γραφείου εγκατέστησε έναν τοιχοκολλητό οργανωτή κουτιού για να ταξινομήσει τα εισερχόμενα και εξερχόμενα έγγραφα.
02
θυλάκιο, κατηγορία
a specific (often simplistic) category
to pigeonhole
01
επισημαίνω, ταξινομώ
treat or classify according to a mental stereotype
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pigeonhole
γ΄ ενικό πρόσωπο
pigeonholes
ενεστώτα μετοχή
pigeonholing
απλός αόριστος
pigeonholed
παθητική μετοχή
pigeonholed
02
ταξινομώ, τοποθετώ σε ένα μικρό διαμέρισμα
place into a small compartment
Λεξικό Δέντρο
pigeonhole
pigeon
hole



























