pigfucker
pig
ˈpɪg
pig
fu
fa
cker
ka
ka

Ορισμός και σημασία του "pigfucker"στα αγγλικά

01

κάθαρμα, αχρείος

a despicable or contemptible person 
pigfucker definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pigfuckers
Παραδείγματα
He called the guy who scammed his grandma a dirty pigfucker. 

Αποκάλεσε τον τύπο που εξαπάτησε τη γιαγιά του ένα βρώμικο γουρούνι γαμημένο.

02

πληροφοριοδότης, κατάδότης

a police informant 
pigfucker definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
The gang beat the pigfucker who ratted them out to the cops. 

Η συμμορία έδειρε τον γουρούνι-γαμημένο που τους κατέδωσε στην αστυνομία.

03

γουρουνόπουστης, κυνηγός χοντρών

a man who has sex with overweight or fat women 
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
The guys teased him for being a pigfucker after he hooked up with the heavy girl. 

Τα παιδιά τον πείραξαν λέγοντάς τον γουρούνι-γαμήστρα αφού βγήκε με το βαρύ κορίτσι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store