Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Piggy
01
γουρουνάκι, γουρουνόπαιδο
a young pig
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
piggies
02
άπληστος, εγωιστής
a person perceived as greedy or selfish
αποδοκιμαστικό
ανεπίσημο
Παραδείγματα
Stop being a piggy and grab a plate for everyone else.
Σταμάτα να είσαι άπληστος και πάρε ένα πιάτο για όλους τους άλλους.
piggy
01
χοιρινός, άπληστος
resembling swine; coarsely gluttonous or greedy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
piggiest
συγκριτικός βαθμός
piggier
διαβαθμίσιμο



























