piggy
pi
ˈpɪ
πι
ggy
gi
γκι
/pˈɪɡi/

Ορισμός και σημασία του "piggy"στα αγγλικά

01

γουρουνάκι, γουρουνόπαιδο

a young pig
piggy definition and meaning
02

άπληστος, εγωιστής

a person perceived as greedy or selfish
piggy definition and meaning
Disapproving
Informal
Παραδείγματα
I feel like a piggy after eating all that ice cream.
Αισθάνομαι σαν ένα γουρουνάκι αφού έφαγα όλο αυτό το παγωτό.
01

χοιρινός, άπληστος

resembling swine; coarsely gluttonous or greedy
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store