Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Piggy
01
γουρουνάκι, γουρουνόπαιδο
a young pig
02
άπληστος, εγωιστής
a person perceived as greedy or selfish
Disapproving
Informal
Παραδείγματα
I feel like a piggy after eating all that ice cream.
Αισθάνομαι σαν ένα γουρουνάκι αφού έφαγα όλο αυτό το παγωτό.
piggy
01
χοιρινός, άπληστος
resembling swine; coarsely gluttonous or greedy



























