pigeon pea
Pronunciation
/pˈɪdʒən pˈiː/

Ορισμός και σημασία του "pigeon pea"στα αγγλικά

01

αρακάς περιστεριού, φασόλι καγιάνους

a legume with edible seeds, commonly used in various culinary dishes, known for its mild flavor and nutritional valuet
pigeon pea definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pigeon peas
Παραδείγματα
She added boiled pigeon peas to her favorite salad, enjoying their nutty flavor and the contrasting textures they brought to the dish.
Πρόσθεσε βραστά φασόλια πιπεριάς στο αγαπημένο της σαλάτα, απολαμβάνοντας τη γεύση τους που θυμίζει ξηρούς καρπούς και τις αντιθετικές υφές που έφεραν στο πιάτο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store