pigeon pea
pi
ˈpɪ
pi
geon
ʤən
jēn
pea
pi:
pi

Ορισμός και σημασία του "pigeon pea"στα αγγλικά

01

αρακάς περιστεριού, φασόλι καγιάνους

a legume with edible seeds, commonly used in various culinary dishes, known for its mild flavor and nutritional valuet 
pigeon pea definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pigeon peas
Παραδείγματα
As he explored the local market, he discovered a bag of pigeon pea snacks. 

Καθώς εξερευνούσε την τοπική αγορά, ανακάλυψε ένα σακουλάκι με σνακ από αρακά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store