piccalilli
pi
ˈpɪ
pi
cca
li
li
lli
li
li
conchiglieghillieshrillyfusilli

Ορισμός και σημασία του "piccalilli"στα αγγλικά

01

piccalilli, πικάντικη και ξινή βρετανική σάλτσα με τουρσιά λαχανικά

a tangy and spicy British relish made with pickled vegetables 
piccalilli definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
She served a side dish of piccalilli with her homemade burgers. 

Σέρβιρε ένα συνοδευτικό πιάτο με piccalilli μαζί με τα σπιτικά της μπέργκερ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store