phytochemical
phy
ˌfaɪ
φαι
to
τα
che
ˈkɛ
κε
mi
μι
cal
kəl
καλ
/fˌaɪtəkˈɛmɪkəl/

Ορισμός και σημασία του "phytochemical"στα αγγλικά

01

φυτοχημική ουσία, φυσική χημική ένωση που παράγεται από φυτά

a natural chemical compound produced by plants, often possessing health-promoting properties
Παραδείγματα
Researchers study potential health benefits of various plant-derived phytochemicals.
Οι ερευνητές μελετούν τις πιθανές οφέλεις για την υγεία από διάφορα φυτοχημικά που προέρχονται από φυτά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store