physically
Pronunciation
/ˈfɪzɪkli/

Ορισμός και σημασία του "physically"στα αγγλικά

01

σωματικά, σωματικώς

in relation to the body as opposed to the mind
physically definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
επίρρημα τρόπου
Παραδείγματα
The cold weather affected them physically, causing shivers.
Ο κρύος καιρός τους επηρέασε σωματικά, προκαλώντας ρίγη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store