phrasal verb
Pronunciation
/fɹˈeɪzəl vˈɜːb/

Ορισμός και σημασία του "phrasal verb"στα αγγλικά

01

φραστικό ρήμα, σύνθετο ρήμα

(grammar) an idiomatic expression that is formed by a verb and a particle which has a particular meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
phrasal verbs
Παραδείγματα
Learning phrasal verbs like " pick up " ( to learn or to gather ) can greatly enhance your English fluency.
Η εκμάθηση φραστικών ρημάτων όπως το "pick up" (να μαθαίνω ή να μαζεύω) μπορεί να βελτιώσει σημαντικά την ευχέρειά σας στα Αγγλικά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store