Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bachelor
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bachelors
Παραδείγματα
As a lifelong bachelor, he enjoys the freedom to travel whenever he pleases.
Ως ισόβιος εργένης, απολαμβάνει την ελευθερία να ταξιδεύει όποτε τον ευχαριστεί.
02
βακαλάρος, ακολούθος
a knight of the lowest order; could display only a pennon
03
πτυχιούχος, βάτσελορ
someone who has completed a bachelor's degree, an undergraduate academic credential typically earned after three to four years of study
Παραδείγματα
Michael is a bachelor of science in chemistry and works as a research scientist.
Ο Μάικλ είναι πτυχιούχος χημείας και εργάζεται ως ερευνητικός επιστήμονας.
to bachelor
01
ζω ως εργένης, οδηγώ μια ζωή εργένικη
lead a bachelor's existence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bachelor
γ΄ ενικό πρόσωπο
bachelors
ενεστώτα μετοχή
bacheloring
απλός αόριστος
bachelored
παθητική μετοχή
bachelored
Λεξικό Δέντρο
bachelorhood
bachelor



























