bachelor
ba
ˈbæ
che
ʧə
chē
lor

Ορισμός και σημασία του "bachelor"στα αγγλικά

01

εργένης, ανύπανδρος άνδρας

a man who is unmarried 
bachelor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
bachelors
αρσενικό ενικό
bachelor
θηλυκό ενικό
spinster
neutral form
single person
Παραδείγματα
As a lifelong bachelor, he enjoys the freedom to travel whenever he pleases. 

Ως ισόβιος εργένης, απολαμβάνει την ελευθερία να ταξιδεύει όποτε τον ευχαριστεί.

02

βακαλάρος, ακολούθος

a knight of the lowest order; could display only a pennon 
03

πτυχιούχος, βάτσελορ

someone who has completed a bachelor's degree, an undergraduate academic credential typically earned after three to four years of study 
Παραδείγματα
Michael is a bachelor of science in chemistry and works as a research scientist. 

Ο Μάικλ είναι πτυχιούχος χημείας και εργάζεται ως ερευνητικός επιστήμονας.

to bachelor
01

ζω ως εργένης, οδηγώ μια ζωή εργένικη

lead a bachelor's existence 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bachelor
γ΄ ενικό πρόσωπο
bachelors
ενεστώτα μετοχή
bacheloring
απλός αόριστος
bachelored
παθητική μετοχή
bachelored

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

bachelorhood
bachelor
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store