phlegm
phlegm
flɛm
φλεμ
/flˈɛm/

Ορισμός και σημασία του "phlegm"στα αγγλικά

01

φλέγμα, βλέννα

the thick mucus that is formed in the nasal and throat cavities, usually secreted in excessive amounts as a result of common cold
Παραδείγματα
Over-the-counter medications may help to reduce phlegm production and alleviate symptoms of congestion and coughing.
Τα χωρίς ιατρική συνταγή φάρμακα μπορούν να βοηθήσουν στη μείωση της παραγωγής φλέγματος και στην ανακούφιση των συμπτωμάτων της συμφόρησης και του βήχα.
02

απάθεια, λήθαργος

a marked lack of energy
Παραδείγματα
He struggled to shake off his phlegm during the morning meeting.
Πάλεψε να ξεφορτωθεί την νωθρότητά του κατά τη διάρκεια της πρωινής συνάντησης.
03

ψυχραιμία, αδιαφορία

emotional indifference
Παραδείγματα
The teacher reacted to the chaos with phlegm.
Ο δάσκαλος αντέδρασε στο χάος με απάθεια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store