Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Baccarat
01
μπακαρά
a gambling card game, often played in casinos, in which two or more punters play against the banker
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
baccarats
Παραδείγματα
I tried my luck at the casino last night and played a few rounds of baccarat.
Δοκίμασα την τύχη μου στο καζίνο χθες το βράδυ και έπαιξα μερικά γύρους baccarat.



























