to babysit
Pronunciation
/ˈbeɪbisɪt/

Ορισμός και σημασία του "babysit"στα αγγλικά

to babysit
01

φροντίζω παιδιά, κάνω μπέιμπι σίτερ

to take care of a child or children while their parents are away
to babysit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
babysit
γ΄ ενικό πρόσωπο
babysits
ενεστώτα μετοχή
babysitting
απλός αόριστος
babysat
παθητική μετοχή
babysat
Παραδείγματα
She loves to babysit because she enjoys playing with children.
Της αρέσει να κάνει μπέιμπι σίτινγκ γιατί απολαμβάνει να παίζει με τα παιδιά.
02

φροντίζω, επιτηρώ

take watchful responsibility for

Λεξικό Δέντρο

babysitter
babysitting
babysit

baby

+

sit

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store