to babysit
ba
ˈbeɪ
bei
by
bi
bi
sit
ˌsɪt
sit
baby-sit

Ορισμός και σημασία του "babysit"στα αγγλικά

to babysit
01

φροντίζω παιδιά, κάνω μπέιμπι σίτερ

to take care of a child or children while their parents are away 
to babysit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
babysit
γ΄ ενικό πρόσωπο
babysits
ενεστώτα μετοχή
babysitting
απλός αόριστος
babysat
παθητική μετοχή
babysat
Παραδείγματα
She agreed to babysit her neighbor’s kids on Saturday night. 

Συμφώνησε να κάνει μπεϊμπι σίτινγκ στα παιδιά του γείτονά της το Σάββατο βράδυ.

02

φροντίζω, επιτηρώ

take watchful responsibility for 

Λεξικό Δέντρο

babysitter
babysitting
babysit

baby

+

sit

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store