philatelist
phi
fi
la
ˈlæ
te
list
lɪst
list

Ορισμός και σημασία του "philatelist"στα αγγλικά

01

φιλοτελιστής, συλλέκτης γραμματοσήμων

a person who collects and studies postage stamps 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
philatelists
Παραδείγματα
The philatelist proudly displayed their collection of rare stamps. 

Ο φιλοτελιστής έδειξε με περηφάνια τη συλλογή του από σπάνια γραμματόσημα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

philatelist
philatel
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store