Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to philander
01
φλερτάρω, έχω περιστασιακές σχέσεις
(of a man) to have casual sexual affairs with multiple women
Παραδείγματα
He was caught philandering again, despite having promised his partner he would change.
Τον πιάσανε πάλι να απιστεί, παρόλο που είχε υποσχεθεί στη σύντροφό του ότι θα αλλάξει.
02
φλερτάρω, ερωτοτροπώ
talk or behave amorously, without serious intentions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
philander
γ΄ ενικό πρόσωπο
philanders
ενεστώτα μετοχή
philandering
απλός αόριστος
philandered
παθητική μετοχή
philandered



























